Αναζήτηση
 

Αυχενική Διαφάνεια

Yπερηχογραφήματα

Αυχενική Διαφάνεια

Υπερηχογράφημα Αυχενικής Διαφάνειας

Το υπερηχογράφημα αυχενικής διαφάνειας πραγματοποιείται μεταξύ 11ης και 14ης εβδομάδας κύησης (κεφαλουραίο μήκος εμβρύου από 45 έως 84 χιλιοστά) και είναι η πρώτη πολύ σημαντική και αναλυτική εξέταση του εμβρύου.

Πώς να προετοιμαστείτε για το υπερηχογράφημα

Σκεφτείτε τυχόν ερωτήσεις που μπορεί να έχετε σχετικά με το υπερηχογράφημα ή την εγκυμοσύνη σας και γράψτε τις για να μπορείτε να τις συζητήσετε με τον γιατρό ή τη μαία κατά τη διάρκεια της επίσκεψής σας.

Ένα καλό πρόγευμα, ελαφρύ σνακ ή/και χυμός, συνιστώνται ιδανικά πριν το ραντεβού σας, ενώ καλό θα ήταν να πιείτε αρκετό νερό πριν από το υπερηχογράφημα, ώστε να γεμίσει η ουροδόχος κύστη για καλύτερη απεικόνιση της μήτρας και του τραχήλου.

Κατά την άφιξή σας στο ιατρείο θα σας ζητηθεί να συμπληρώσετε το απαραίτητο έντυπο ιστορικού σας, καθώς και τις εξετάσεις που έχετε ήδη πραγματοποιήσει προς αξιολόγηση των αποτελεσμάτων. Για μεγαλύτερη δική σας ευκολία, οργανώστε τις εξετάσεις αυτές σε έναν φάκελο με βάση την ημερομηνία αλλά και το είδος της καθορισμένης εξέτασης.

Καλό θα είναι να είστε προετοιμασμένες και για τους δύο τρόπους υπερηχογραφήματος κατά τη διάρκεια του ραντεβού σας, το διακολπικό (μέσω του κόλπου) και το διακοιλιακό (από την κοιλιά). Με το διακολπικό υπερηχογράφημα επιτυγχάνεται η ακριβέστερη μέτρηση του μήκους του ενδοτραχήλου, αλλά και της αιματικής ροής των μητριαίων αρτηριών. Το διακολπικό υπερηχογράφημα γίνεται πάντα με τη χρήση αποστειρωμένου προφυλακτικού, ενώ είναι απόλυτα ασφαλές και ανώδυνο, τόσο για τη μητέρα όσο και για το έμβρυο.

Κατά το υπερηχογράφημα αυτό:

  • Καθορίζεται η ακριβής ηλικία κύησης και η πιθανή ημερομηνία τοκετού (ΠΗΤ) μετά από μέτρηση του κεφαλουριαίου μήκους του εμβρύου (CRL).
  • Προσδιορίζεται ο ακριβής αριθμός των εμβρύων. Σε περίπτωση πολύδυμης κύησης καθορίζεται η χοριονικότητά τους, η ύπαρξη δηλαδή ξεχωριστού ή κοινού πλακούντα μεταξύ των εμβρύων. Η πληροφορία αυτή καθορίζει τη συμβουλευτική του γιατρού για την εξέλιξη της κύησης, τις πιθανές επιπλοκές που ενδέχεται να παρουσιαστούν και τον καλύτερο τρόπο παρακολούθησης και αντιμετώπισής τους.
  • Ελέγχεται η ανάπτυξη των βασικότερων εμβρυϊκών οργάνων και των επιμέρους συστημάτων του εμβρύου. Σημαντικό ποσοστό σοβαρών ανατομικών ανωμαλιών ανιχνεύονται σε αυτή την ηλικία κύησης.
  • Υπολογίζεται ο κίνδυνος ύπαρξης κάποιας χρωμοσωμικής ανωμαλίας, μία εκ των οποίων είναι το σύνδρομο Down.
  • Υπολογίζεται ο κίνδυνος πρόωρου τοκετού με τη μέτρηση του μήκους του τραχήλου της μήτρας.
  • Υπολογίζεται ο κίνδυνος εμφάνισης προεκλαμψίας και ενδομήτριας καθυστέρησης ανάπτυξης του εμβρύου με την αξιολόγηση της ροής αίματος στις μητριαίες αρτηρίες της μητέρας.

Οι κίνδυνοι αυτοί εκτιμώνται στο τέλος της εξέτασης, αρχικά λαμβάνοντας υπόψη τα υπερηχογραφικά ευρήματα, την ηλικία της μητέρας, το ιστορικό της, αλλά και την αρτηριακή της πίεση. Υπερηχογραφικά αξιολογούνται 4 δείκτες και συγκεκριμένα γίνεται μέτρηση του πάχους της αυχενικής διαφάνειας, εκτιμάται η παρουσία του ρινικού οστού και ελέγχεται η ροή του αίματος στην τριγλώχινα βαλβίδα της καρδιάς του εμβρύου καθώς και στον φλεβώδη πόρο που είναι ένα μικρό αγγείο στο ήπαρ του εμβρύου.

Σε δεύτερο στάδιο, γίνεται εκ νέου υπολογισμός των κινδύνων, συνδυάζοντας το αποτέλεσμα των βιοχημικών δεικτών, τις δύο ορμόνες δηλαδή που μετράμε την ίδια μέρα στο αίμα της μητέρας (PAPP-A και ελεύθερη β-hCG). Τα αποτελέσματα της αιματολογικής εξέτασης τα λαμβάνουμε σε διάστημα 1-2 εργάσιμων ημερών, οπότε και ενημερώνεστε για το τελικό αποτέλεσμα της εξέτασης.

Είναι σημαντικό να κατανοήσετε πως η εξέταση αυτή αποτελεί μια μέθοδο πληθυσμιακού ελέγχου (screening test) και όχι μέθοδο διάγνωσης. Η ευαισθησία της εξέτασης φτάνει στο 95% με ένα ποσοστό 3% ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων. Ελέγχονται η τρισωμία 21 (σύνδρομο Down) αλλά και οι τρισωμίες 18 και 13 (σύνδρομο Edwards και σύνδρομο Patau, αντίστοιχα).

Τα αποτελέσματα του υπερηχογραφήματος και των βιοχημικών εξετάσεων θα δείξουν χαμηλό κίνδυνο για τα προαναφερόμενα σύνδρομα (δηλαδή πιθανότητα μικρότερη από 1:300) στις περισσότερες γυναίκες. Σε κάθε περίπτωση θα λάβετε πλήρη ενημέρωση σχετικά με τη σημασία αυτού του κινδύνου και τις διάφορες επιλογές για πιθανές περαιτέρω εξετάσεις, όπως είναι ο επεμβατικός έλεγχος ( λήψη τροφοβλάστης / αμνιοπαρακέντηση) ή ο μη επεμβατικός έλεγχος (cell free DNA test).